Search
  • Ioanna Noula

Το μάθημα της “Cisco”: Εκπαίδευση και τεχνολογικός μετασχηματισμός





Από την Ιωάννα Νούλα*

Ο τεχνολογικός και πληροφοριακός μετασχηματισμός έχει αποδείξει πολλαπλά τη δυναμική και τις δυνατότητές του να βελτιώσει την ποιότητα ζωής μας. Ωστόσο, η ανεξέλεγκτη εμπορευματοποίηση των προσωπικών δεδομένων τα οποία αποτελούν το κύριο μεταπρατικό αντικείμενο του οικονομικού μοντέλου που προωθεί ο ψηφιακός μετασχηματισμός έρχεται με σημαντικό κόστος. Η ψηφιακή τεχνολογία και φυσικά όσοι την παρέχουν κερδοφορούν διεισδύοντας στις προσωπικές μας στιγμές, τις απόκρυφες σκέψεις και τις ενδόμυχες επιθυμίες μας κάθε φορά που στέλνουμε ένα email, ψάχνουμε πληροφορίες, ψωνίζουμε ή ρωτάμε «ποια είναι η πιο απίθανη ερώτηση που έχει ρωτήσει κανείς στο διαδίκτυο»; Αυτές οι δραστηριότητες παράγουν ένα ανεκτίμητο “συμπεριφορικό πλεόνασμα” που οδηγεί σε συμπεράσματα για την προσωπικότητά μας και το οποίο κεφαλαιοποιείται και χρησιμοποιείται πολλαπλά από εκατοντάδες χιλιάδες ενδιαφερόμενους (π.χ. διαφημιστικές ή ασφαλιστικές εταιρείες, πολιτικές καμπάνιες) που το αξιοποιούν περαιτέρω για τη δική τους κερδοφορία.


Εν τέλει οι ταυτότητές μας (ηλικία, φύλο, εθνικότητα κ.λπ.), η γνώση ή η άγνοιά μας, οι ανάγκες και οι επιθυμίες μας γίνονται αντικείμενο κερδοσκοπίας και εργαλείο που υποβαθμίζει την ποιότητα και την ποικιλομορφία της δημόσιας σφαίρας, καθιστώντας την πόλωση μοντέλο επιχειρηματικότητας το οποίο στηρίζεται στην παρακάτω ακολουθία:


  1. χειραγώγηση μέσω εξατομικευμένων διαφημίσεων και στοχευμένης ή στρεβλής πληροφόρησης,

  2. απομόνωση των χρηστών σε ψηφιακούς τόπους καλά “μονωμένους” από διαφορετικές απόψεις,

  3. επίταση των φοβιών και ενδυνάμωση των πεποιθήσεών μας,

  4. υποβάθμιση της ποιότητας του δημόσιου διαλόγου και των δημοκρατικών θεσμών.


Τι συμβαίνει στην περίπτωση του τεχνολογικού μετασχηματισμού της εκπαίδευσης σε περίοδο πανδημίας;

Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ η βιομηχανία των εκπαιδευτικών τεχνολογιών (ΕdΤech) θα αποτελέσει το μεγαλύτερο τομέα επιχειρηματικότητας στο διαδίκτυο έως το 2030. Ενδεικτικό αυτής της δυναμικής είναι η δραστηριοποίηση ψηφιακών κολοσσών όπως η Microsoft και η Google αλλά ακόμη και η Facebook σ’ αυτόν τον τομέα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είναι μονόδρομος, καθώς η ανάπτυξη αυτών των υπηρεσιών προέρχεται εξ ολοκλήρου από την ιδιωτική πρωτοβουλία στο πλαίσιο επιχειρηματικής δραστηριότητας.


Η συνθήκη της πανδημίας επέβαλε την εισαγωγή της ψηφιακής τεχνολογίας στην εκπαίδευση υπό όρους καθεστώτος έκτακτης ανάγκης περιορίζοντας την απαραίτητη μελέτη των αναγκών του εκπαιδευτικού συστήματος, την προετοιμασία των εμπλεκόμενων προσώπων (π.χ. επιμόρφωση εκπαιδευτικών) και τη διαφάνεια που διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον και την ασφάλεια, την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και τις απαραίτητες ευκαιρίες για τους νέους ανθρώπους.


Τόσο η περίπτωση της Ελλάδας (βλέπε σύμβαση Cisco) όσο και αυτές άλλων χωρών ανέδειξαν προβληματικές καταστάσεις και χειρισμούς που, αντί να προωθούν, υποβαθμίζουν το έργο και την αποστολή της εκπαίδευσης. Η εισαγωγή του αυτοματισμού και η διαχείριση των δεδομένων και μεταδεδομένων που παράγει η εκπαιδευτική διαδικασία στο φόντο της απουσίας κατάλληλου νομοθετικού πλαισίου και τεχνογνωσίας σε επίπεδο πολιτικού σχεδιασμού αποτελεί συνταγή για αποτυχία. Στη συνθήκη αυτή, οι εταιρείες-πάροχοι εκπαιδευτικής τεχνολογίας, αυτή τη στιγμή λειτουργούν ουσιαστικά με “άδεια κλοπής”. Στο χώρο της εκπαίδευσης οι ψηφιακές υπηρεσίες έχουν την ευκαιρία όχι απλώς να συγκεντρώνουν και να μεταπωλούν δεδομένα -πολλές φορές καταπατώντας και τα νομικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των μαθητών και των εκπαιδευτικών- αλλά και να «εκπαιδεύονται» διαρκώς μέσω της παρατήρησης του τρόπου σκέψης, της μελέτης των μοντέλων επικοινωνίας, της παρακολούθησης των τόπων της μάθησης, της καταγραφής των ατομικών και συλλογικών δραστηριοτήτων και της διάγνωσης αναγκών και επιθυμιών.


Το “κεφάλαιο της γνώσης” που αποκτούν οι επιχειρήσεις εκπαιδευτικής τεχνολογίας μετατρέπεται σε νέα προϊόντα και υπηρεσίες που μπορούν να μεταβάλλουν τους στόχους και το περιεχόμενο των Προγραμμάτων Σπουδών ή και τις εκπαιδευτικές πρακτικές. Συχνά μάλιστα, η μεταβολή αυτή υπαγορεύεται από επιχειρηματικά συμφέροντα που προωθούνται από τεχνολογικά καταρτισμένους ανθρώπους που έχουν πολύ περιορισμένη εμπειρία ή γνώση για τους στόχους, τον πολιτειακό ρόλο και την αποστολή της εκπαίδευσης.

Ψηφιακή επιχειρηματικότητα και παιδαγωγική πράξη.

Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες εκπαιδευτικής τεχνολογίας έρχονται φέρνοντας πολύ μεγάλα πλεονεκτήματα για την αποτελεσματικότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας όπως η διοικητική οργάνωση, η επικοινωνία, η συνδεσιμότητα και η προσβασιμότητα. Ταυτόχρονα, όμως, συνοδεύονται και από πολλαπλές παιδαγωγικές προκλήσεις.

Ενδεικτικά, μία από τις πιο σημαντικές προκλήσεις συνδέεται με ένα από τα πιο προβεβλημένα πλεονεκτήματα που υπόσχεται η ίδια η βιομηχανία: πρόκειται για την υπηρεσία της εξατομικευμένης μάθησης η οποία στηρίζεται στην εντατική συλλογή πληροφοριών για τον κάθε μαθητή και στην εξαγωγή συμπερασμάτων για τις ανάγκες, τις κλίσεις και τις επιθυμίες του. Τα συμπεράσματα αυτά οδηγούν στην παραγωγή εξατομικευμένου εκπαιδευτικού υλικού και προτάσεων διδασκαλίας που προσαρμόζουν τη διδακτική πράξη σε ατομικά μαθητικά προφίλ.

Στο πλαίσιο αυτό η συνεχής παρακολούθηση και επιτήρηση μαθητών και εκπαιδευτικών είναι εγγενές χαρακτηριστικό του τεχνολογικού μετασχηματισμού της εκπαίδευσης. Ωστόσο, το περιβάλλον συνεχούς και καθολικής παρακολούθησης που παράγεται περιορίζει σημαντικές πτυχές της διαδικασίας της μάθησης όπως αυτή της βιωματικής μάθησης μέσω της δοκιμής, του σφάλματος και της σταδιακής κατανόησης. Ομοίως, αυτή η έντονη μορφή εποπτείας της δραστηριότητας των μαθητών μπορεί να στερήσει τους νέους από τις άτυπες ζώνες επικοινωνίας και μάθησης που τους δίνουν την ευκαιρία να αναπτυχθούν ως δημιουργικοί πολίτες.


Η πανδημία οδήγησε στην εισαγωγή της τεχνολογίας και των επιχειρηματικών συμφερόντων στην εκπαίδευση με καθολικό τρόπο προσέφερε ένα μάθημα για το τι συνιστά λανθασμένη διαχείριση και έδωσε στην ελληνική κοινωνία μια ευκαιρία να αναγνωρίσει τους αόρατους τρόπους με τους οποίους λειτουργούν και μας επηρεάζουν οι νέες τεχνολογίες. Η ευαισθησία του θεσμού της εκπαίδευσης, η ευάλωτη θέση των νέων και η συζήτηση για την επέκταση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων των παιδιών στον ψηφιακό κόσμο επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι δεν υπάρχουν περιθώρια πειραματισμών. Αντίθετα, η τεχνολογική αναβάθμιση της εκπαίδευσης πρέπει να στηριχθεί στην επιστημονική εξειδικευμένη γνώση, το δημόσιο διάλογο για τη διάγνωση των αναγκών και ένα αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο για την προστασία και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων των νέων.


* Η Ιωάννα Νούλα είναι συνιδρύτρια και επικεφαλής έρευνας της Internet Commission, ενός οργανισμού που προωθεί την εταιρική ψηφιακή ευθύνη και τη λογοδοσία των εταιριών που παρέχουν ψηφιακές υπηρεσίες μέσω εξειδικευμένης ανεξάρτητης αξιολόγησης των πρακτικών τους. Είναι Δρ του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, όπου πραγματοποίησε την πρώτη έρευνα στην Ελλάδα στο αντικείμενο «εκπαίδευση για την πολιτειότητα» (citizenship education) με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.



3 views0 comments